σηκίτης

και δωρ. τ. σακίτας, ὁ, Α
(ποιητ. τ.)
1. (για αρνί ή κατσίκι) αυτός που φυλάσσεται στον στάβλο, αυτός που θηλάζει ακόμη
2. φρ. «ἀμνὸς σακίτας» — μανάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σηκός «μάντρα» + επίθημα -ίτης (πρβλ. στυλ-ίτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σηκίτης — σηκί̱της , σηκίτης kept in the fold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηκῖται — σηκίτης kept in the fold masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακάζω — Ν (διαλ. τ.) σταματώ το θήλασμα μωρού, απογαλακτίζω νήπιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (με διατήρηση τού αιολ. α αντί τού η τής αττικής) σχηματισμένος από το αρχ. σηκάζω (< σηκός «μάντρα»), πρβλ. σηκίτης* / σακίτης «αρνί που θηλάζει»] …   Dictionary of Greek

  • σακίτας — ὁ, Α (δωρ. τ.) βλ. σηκίτης …   Dictionary of Greek

  • σακίταν — σᾱκί̱τᾱν , σηκίτης kept in the fold masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηκίται — σηκί̱τᾱͅ , σηκίτης kept in the fold masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηκίτην — σηκί̱την , σηκίτης kept in the fold masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.